νευρολόγος

νευρολόγος
ο , η мед. невролог, невропатолог

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "νευρολόγος" в других словарях:

  • νευρολόγος — ο, η γιατρός ειδικός στη νευρολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. neurologist < νευρ(ο) * + λόγος*. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • νευρολόγος — ο γιατρός που ειδικεύεται στις νευρικές παθήσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σαρκό — (Charcot). Επώνυμο δύο διάσημων Γάλλων επιστημόνων. 1. Ζαν Μαρτέν. Νευρολόγος και ψυχίατρος (Παρίσι 1825 Νιεβρ 1893), θεμελιωτής βασικών κατευθύνσεων της σύγχρονης νευροψυχιατρικής. Καθηγητής της παθολογικής ανατομίας σε ηλικία 35 ετών,… …   Dictionary of Greek

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

  • νευρ(ο)- — α συνθετικό πολλών επιστημονικών ιατρικών όρων τής Νεοελληνικής που προέρχονται από το ουσ. νεύρο και εισήχθησαν στην Ελληνική ως αντιδάνεια από την ξεν. ορολογία (νευρομυελίτιδα, πρβλ. αγγλ. neuromyelitis νευροτομία, πρβλ. αγγλ. neurotomy… …   Dictionary of Greek

  • Βάγκνερ φον Γιάουρεγκ, Γιούλιους — (Julius Wagner von Jauregg, 1857 1940). Αυστριακός νευρολόγος. Μελέτησε τις παραλυτικές μορφές παραφροσύνης, την ψύχωση, το μυξοίδημα και τον κρετινισμό. Έγινε γνωστός με την επινόηση τη θεραπείας της προϊούσας παράλυσης, με τον ενοφθαλμισμό… …   Dictionary of Greek

  • Βέρνικε, Καρλ — (Carl Wernicke, Τάρνοβιτς, Πολωνία 1848 – Θουριγκία, Γερμανία 1905). Γερμανός ψυχίατρος και νευρολόγος. Διετέλεσε καθηγητής ψυχιατρικής και νευρολογίας στην Μπρεσλάβα (1890) και τη Χάλη (1904). Σημαντικές υπήρξαν οι έρευνές του σχετικά με την… …   Dictionary of Greek

  • Γκάιντουσεκ, Κάρλτον — (Carleton Gajdusek, Νέα Υόρκη 1923 –). Αμερικανός παιδίατρος, νευρολόγος και ιολόγος, σλοβακικής καταγωγής. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ και στα πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Καλτέκ. Πραγματοποίησε εργαστηριακές έρευνες στο ινστιτούτο… …   Dictionary of Greek

  • Μαρί, Πιερ — (Pierre Marie, Παρίσι 1853 – Πραντέ 1940). Γάλλος νευρολόγος. Υπήρξε ο πρώτος που περιέγραψε την κλινική εικόνα πολυάριθμων παθολογικών καταστάσεων, ανάμεσα στις οποίες το σύνδρομο Μ. Μπάμπεργκερ, η παρεγκεφαλιδική κληρονομική αταξία, το σύνδρομο …   Dictionary of Greek

  • ψυχίατρος — ο ο νευρολόγος γιατρός που ασχολείται με τη θεραπεία των ψυχοπαθειών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»